1.ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
Δυό φωνές μου μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε:
«Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο. Μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θά’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μιάν όρεξη παρόμοια μεγάλη.» και η δεύτερη: «Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! γλυκιά φωνή!».
Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και την θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μιά γεύση γλυκειά στο πιό πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές γιά ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρά σου. Οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!».


CHARLES BAUDELAIRE.

Πεζή μετάφραση του ποιήματος «La voix» (1861), από τον Κώστα Καρυωτάκη.




Επιστροφη στην κεντρικη σελιδα